15123411_912744922190597_142050499492662684_oΣτις ακτές της Τουρκίας αμέτρητες πλαστικές συσκευασίες από σωσίβια. Τσάντες, παπούτσια, κατακερματισμένα μπαγκάζια των προσφύγων, βρεγμένα και μισοθαμμένα στην αμμουδιά. Στις παραλίες του ελληνικού νησιού ξεφούσκωτες βάρκες και σωσίβια. Οι μηχανές λείπανε. Τα βράδια, παράλληλα με τους εθελοντές-διασώστες, περιπολούσαν τις ακτές και οι κυνηγοί των πολύτιμων κινητήρων.

Όσο ήταν μέσα στη βάρκα ήταν όλοι τους ισότιμοι. Μέσα στο πλαστικό φουσκωτό χάνονταν οι ταξικές διαφορές. Είχαν πληρώσει το ίδιο κόμιστρο. Διέτρεχαν τον ίδιο κίνδυνο. Μόλις όμως αγγίζανε τη γη, ξεκινούσε ο καταμερισμός στην ταξική διαστρωμάτωση.

Οι πλούσιοι στα ξενοδοχεία. Οι λιγότερο πλούσιοι στα δωμάτια. Οι υπόλοιποι στις σκηνές του ΟΗΕ στο δημοτικό πάρκο. Κι οι τελευταίοι, αγόρια από τα βάθη της Ασίας, στις σκηνές που παρατάσσονταν παράλληλα με τα τείχη της παλιάς πόλης.

Η Δύση έδινε δυναμικά το παρόν. Δεν ήταν μόνο το φαγητό και η περίθαλψη. Κάθε βδομάδα έφτανε κι από μία νταλίκα ξέχειλη από φιλάνθρωπες δωρεές. Ρούχα, παπούτσια, τσάντες, παιχνίδια, ελαφρώς ή πολύ μεταχειρισμένα, καλοκαιρινά και χειμερινά. Στολές του σκι, στολές λαμπάντα, τακούνια, εντυπωσιακά καπέλα – ποια ντουλάπα δε χρειάζεται ξεσκαρτάρισμα;

Οι πρόσφυγες είχαν δρόμο μπροστά τους. Χρειάζονταν νέα ρούχα για το ταξίδι προς τον κρύο βορρά. Για όσο διάστημα έμεναν στο νησί, μέχρι η αστυνομία να τους αφήσει να πλεύσουν για Πειραιά, πάλευαν να αναβαθμίσουν τη λιτή γκαρνταρόμπα τους.

Οι κάδοι γύρω από το λιμάνι ξεχείλιζαν σαπισμένα ρούχα, πλαστικά μπουκάλια νερού και αλουμινένια κεσεδάκια. Συσκευασίες από κρουασάν στροβιλίζονταν στον αέρα σαν φθινοπωρινά φύλλα.

Ένα βράδυ έφθασε μια βάρκα με νεαρούς από το Μπαγκλαντές. Μικρόσωμοι, μελαμψοί, πολύ λεπτοί. Η βάρκα τους είχε αναποδογυρίσει λίγο πριν φτάσουν στην ακτή και είχανε γίνει μούσκεμα. Τουρτούριζαν από το κρύο, ήταν τέλη Οκτώβρη.

Στήθηκαν στην ουρά στο λιμάνι, εκεί όπου οι εθελοντές μοιράζανε στεγνά ρούχα. Φοράγανε μικρό νούμερο παπούτσι. Το πολύ 40. Σ’ αυτά τα νούμερα υπήρχαν κυρίως γυναικεία. Κάποιοι δυσανασχετούσαν, δε νιώθανε άνετα να βάλουνε γυναικείο παπούτσι. Προτιμούσαν να μείνουν με τα δικά τους, τα βρεγμένα, τα ανδρικά. Ένας τελευταίος, ο πιο σοκαρισμένος, είχε μείνει ξυπόλητος – τα παπούτσια του χάθηκαν κάπου στην διαδρομή. Δέχτηκε χωρίς δεύτερη σκέψη τα παπούτσια που του πρόσφεραν αν και δεν ήταν καν το νούμερό του. Ήταν γυναικεία αθλητικά, πολύ φθαρμένα, ΝΙΚΕ.

Κάποιο κορίτσι, κάπου στον πλούσιο κόσμο, είχε ιδρώσει πολύ φορώντας τα. Κάποιο αγόρι ή κάποιο κορίτσι, πίσω στο Μπαγκλαντές, είχε ιδρώσει πολύ καθώς τα έραβε. Μπορεί, κατά διαβολική σύμπτωση, να γνωρίζονταν με το αγόρι που μόλις τα απέκτησε. Μπορεί ακόμη και να ήταν αυτό το ίδιο αγόρι που τα είχε ράψει. Κι ίσως μια μέρα, εκεί που έραβε, να αποφάσισε να αποτολμήσει μια καλύτερη ζωή φεύγοντας προς την Δύση.

Just do it, θα σκέφτηκε.